Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αβροφροσύνη

/a.vɾo.fɾoˈsi.ni/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ευγένεια στη συμπεριφορά και στην ομιλία, λεπτότητα, προσήνεια Βικιλεξικό
    • Ὅταν ἤμουν νέος και ἄγνωστος, ἡ επιθυμία μου νά τόν γνωρίσω μέ κρατοῦσε σέ συνεχῆ ἀνησυχία∙ δέν τολμοῦσα ὅμως νά τόν ἐπισκεφθῶ, ξέροντας πώς ποτέ δέν δεχόταν ἀγνώστους θαυμαστές∙ ἀλλά καί μήν ἔχοντας ἀκόμα τήν προσωπικότητα πού θά δικαιολογοῦσε μιάν ἐπίσκεψη συναδελφικῆς ἁβροφροσύνης.

Ετυμολογία

αβροφροσύνη < αβρόφρ(ων) + -οσύνη

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαβροφροσύνηαβροφροσύνες
Γενικήαβροφροσύνηςαβροφροσυνών
Αιτιατικήαβροφροσύνηαβροφροσύνες
Κλητικήαβροφροσύνηαβροφροσύνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →