αβροφροσύνη
•
- ευγένεια στη συμπεριφορά και στην ομιλία, λεπτότητα, προσήνεια Βικιλεξικό
- Ὅταν ἤμουν νέος και ἄγνωστος, ἡ επιθυμία μου νά τόν γνωρίσω μέ κρατοῦσε σέ συνεχῆ ἀνησυχία∙ δέν τολμοῦσα ὅμως νά τόν ἐπισκεφθῶ, ξέροντας πώς ποτέ δέν δεχόταν ἀγνώστους θαυμαστές∙ ἀλλά καί μήν ἔχοντας ἀκόμα τήν προσωπικότητα πού θά δικαιολογοῦσε μιάν ἐπίσκεψη συναδελφικῆς ἁβροφροσύνης.
Ετυμολογία
αβροφροσύνη < αβρόφρ(ων) + -οσύνη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αβροφροσύνη | αβροφροσύνες |
| Γενική | αβροφροσύνης | αβροφροσυνών |
| Αιτιατική | αβροφροσύνη | αβροφροσύνες |
| Κλητική | αβροφροσύνη | αβροφροσύνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →