αβρός
•
- απαλός, μαλακός Βικιλεξικό
- Ενας καλοαναθρεμμένος άνδρας γνωρίζει εκ των προτέρων τη συμπεριφορά που πρέπει να έχει, όπως και αυτήν που θα συναντήσει στις διάφορες φάσεις αυτού του έρωτα· μια και εδώ δεν υπάρχει πάθος και απρόοπτο, αυτός ο έρωτας είναι συχνά πιο αβρός από τον αληθινό, γιατί είναι πάντοτε πολύ πνευματώδης· μοιάζει με μια ψυχρή και χαριτωμένη μινιατούρα δίπλα σ’ έναν πίνακα των Καράτσι· κι ενώ ο έρωτας-πάθος μάς απομακρύνει από όλα τα συμφέροντά μας, ο παιγνιώδης έρωτας γνωρίζει πάντα τον τρόπο να συμβαδίζει μαζί τους.
- ευγενικός, με λεπτούς τρόπους Βικιλεξικό
- χαριτωμένος, όμορφος Βικιλεξικό
- για πράγματαλαμπρός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αβρός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἁβρός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αβρός | αβρή | αβρό |
| Γενική | αβρού | αβρής | αβρού |
| Αιτιατική | αβρό | αβρή | αβρό |
| Κλητική | αβρέ | αβρή | αβρό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αβροί | αβρές | αβρά |
| Γενική | αβρών | αβρών | αβρών |
| Αιτιατική | αβρούς | αβρές | αβρά |
| Κλητική | αβροί | αβρές | αβρά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →