Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αβόλευτος

/aˈvo.le.ftos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει τακτοποιηθεί, ο ατακτοποίητος Βικιλεξικό
    • έχω το σπίτι αβόλευτο
  2. αρνητπου δεν τον έχουν βολέψει, τακτοποιήσει σε επαγγελματική κυρίως θέση Βικιλεξικό
    • παρόλο που τον ψήφισαν, τους άφησε αβόλευτους
  3. που δεν μπορεί να βολευτεί, να τακτοποιηθεί, να ησυχάσει, να βρει ηρεμία Βικιλεξικό
    • αβόλευτο παιδί

Ετυμολογία

αβόλευτος < α- στερητικό + βολεύω (< βολή) + -τός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαβόλευτοςαβόλευτηαβόλευτο
Γενικήαβόλευτουαβόλευτηςαβόλευτου
Αιτιατικήαβόλευτοαβόλευτηαβόλευτο
Κλητικήαβόλευτεαβόλευτηαβόλευτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαβόλευτοιαβόλευτεςαβόλευτα
Γενικήαβόλευτωναβόλευτωναβόλευτων
Αιτιατικήαβόλευτουςαβόλευτεςαβόλευτα
Κλητικήαβόλευτοιαβόλευτεςαβόλευτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →