αβόλευτος
•
- που δεν έχει τακτοποιηθεί, ο ατακτοποίητος Βικιλεξικό
- έχω το σπίτι αβόλευτο
- αρνητπου δεν τον έχουν βολέψει, τακτοποιήσει σε επαγγελματική κυρίως θέση Βικιλεξικό
- παρόλο που τον ψήφισαν, τους άφησε αβόλευτους
- που δεν μπορεί να βολευτεί, να τακτοποιηθεί, να ησυχάσει, να βρει ηρεμία Βικιλεξικό
- αβόλευτο παιδί
Ετυμολογία
αβόλευτος < α- στερητικό + βολεύω (< βολή) + -τός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αβόλευτος | αβόλευτη | αβόλευτο |
| Γενική | αβόλευτου | αβόλευτης | αβόλευτου |
| Αιτιατική | αβόλευτο | αβόλευτη | αβόλευτο |
| Κλητική | αβόλευτε | αβόλευτη | αβόλευτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αβόλευτοι | αβόλευτες | αβόλευτα |
| Γενική | αβόλευτων | αβόλευτων | αβόλευτων |
| Αιτιατική | αβόλευτους | αβόλευτες | αβόλευτα |
| Κλητική | αβόλευτοι | αβόλευτες | αβόλευτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →