Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αβόσκητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. για ζώαπου δεν έχουν βοσκήσει, που δεν έχουν φάει Βικιλεξικό
  2. για χωράφιπου δεν βόσκησαν ζώα ή που είναι ακατάλληλος για βοσκή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αβόσκητος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀβόσκητος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαβόσκητοςαβόσκητηαβόσκητο
Γενικήαβόσκητουαβόσκητηςαβόσκητου
Αιτιατικήαβόσκητοαβόσκητηαβόσκητο
Κλητικήαβόσκητεαβόσκητηαβόσκητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαβόσκητοιαβόσκητεςαβόσκητα
Γενικήαβόσκητωναβόσκητωναβόσκητων
Αιτιατικήαβόσκητουςαβόσκητεςαβόσκητα
Κλητικήαβόσκητοιαβόσκητεςαβόσκητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →