αβύθιστος
•
- που δεν έχει βυθιστεί Βικιλεξικό
- που δεν είναι δυνατόν να βυθιστεί Βικιλεξικό
- ο ΄΄Τιτανικός΄΄, θεωρείτο αβύθιστος πριν από το ναυάγιο
Ετυμολογία
αβύθιστος < α-》(στερητικό) + βυθίζω + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αβύθιστος | αβύθιστη | αβύθιστο |
| Γενική | αβύθιστου | αβύθιστης | αβύθιστου |
| Αιτιατική | αβύθιστο | αβύθιστη | αβύθιστο |
| Κλητική | αβύθιστε | αβύθιστη | αβύθιστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αβύθιστοι | αβύθιστες | αβύθιστα |
| Γενική | αβύθιστων | αβύθιστων | αβύθιστων |
| Αιτιατική | αβύθιστους | αβύθιστες | αβύθιστα |
| Κλητική | αβύθιστοι | αβύθιστες | αβύθιστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →