Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αβύθιστος

/aˈvi.θi.stos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει βυθιστεί Βικιλεξικό
  2. που δεν είναι δυνατόν να βυθιστεί Βικιλεξικό
    • ο ΄΄Τιτανικός΄΄, θεωρείτο αβύθιστος πριν από το ναυάγιο

Ετυμολογία

αβύθιστος < α-》(στερητικό) + βυθίζω + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαβύθιστοςαβύθιστηαβύθιστο
Γενικήαβύθιστουαβύθιστηςαβύθιστου
Αιτιατικήαβύθιστοαβύθιστηαβύθιστο
Κλητικήαβύθιστεαβύθιστηαβύθιστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαβύθιστοιαβύθιστεςαβύθιστα
Γενικήαβύθιστωναβύθιστωναβύθιστων
Αιτιατικήαβύθιστουςαβύθιστεςαβύθιστα
Κλητικήαβύθιστοιαβύθιστεςαβύθιστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →