Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγάλι αγάλι

φράση
•
  1. λέγεται για μια διαδικασία που εξελίσσεται με αργό ρυθμό, βαθμιαία Βικιλεξικό
    • Το ποτάμι μας κουβάλησε αγάλι αγάλι πρός τή λίμνη του Βούλαρ (Πέτρος Βλαστός, Κρητικά ταξίδια, τυπογραφείο Εστία, Κ. Μάϊσνερ και Ν. Καρδαγούρη, 1912, σελ. 25)
    • «Ας τα κάμει στο μαγκάλι αγάλι αγάλι, να μη μας πάρουν μυρωδιά» παράγγειλε η κυρία Ευθυμία (Χριστίνα Πουλίδου, Άνω Κάτω, εκδ. Μεταίχμιο, 2016)

Ετυμολογία

αγάλι αγάλι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀγάλι ἀγάλι, → δείτε τη λέξη αγάλι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →