Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγάντα

/aˈɣan.da/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ναυτικός όροςτο σημείο ακινητοποίησης πλοίων στα λιμάνια, η δέστρα Βικιλεξικό
    • Δέσε το σκάφος στην αγάντα για να μην το παρασύρει το ρεύμα.

Ετυμολογία

αγάντα < (αναδρομικός σχηματισμός) αγαντ(άρω) + -α

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαγάντααγάντες
Γενικήαγάντας—
Αιτιατικήαγάντααγάντες
Κλητικήαγάντααγάντες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

αγάντα

/aˈɣan.da/επιφώνημα
•
  1. ναυτικός όροςναυτικό παράγγελμα για ακινητοποίηση ολόκληρου του σκάφους (από ρυμουλκά), ή και διακινουμένων φορτίων με ανάλογους χειρισμούς των μέσων φορτοεκφορτώσεων (γερανών), ή και με σωματική προσπάθεια για αντιστήριξη αντικειμένου Βικιλεξικό
  2. προτροπή για να βάλει κάποιος τα δυνατά του, να αντέξει σε κάποια κατάσταση, ή να κάνει κουράγιο Βικιλεξικό
    • «Αγάντα! Αγάντα, παλικάρ…», φώναξε για να τους δώσει κουράγιο, αλλά κείνη τη στιγμή το φρούριο σείστηκε από την πρώτη μπόμπα.

Ετυμολογία

αγάντα < (αναδρομικός σχηματισμός) αγαντ(άρω) + -α

Άλλοι τύποι

αγάντααγάνταςαγάντες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →