αγάντα
•
- ναυτικός όροςτο σημείο ακινητοποίησης πλοίων στα λιμάνια, η δέστρα Βικιλεξικό
- Δέσε το σκάφος στην αγάντα για να μην το παρασύρει το ρεύμα.
Ετυμολογία
αγάντα < (αναδρομικός σχηματισμός) αγαντ(άρω) + -α
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγάντα | αγάντες |
| Γενική | αγάντας | — |
| Αιτιατική | αγάντα | αγάντες |
| Κλητική | αγάντα | αγάντες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →