αγάς
•
- αξίωματίτλος αξιωματούχου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας Βικιλεξικό
- Το πρωί της 23ης Μαρτίου, οι επαναστάτες εισήλθαν στην Καλαμάτα και ο Ηλίας Μαυρομιχάλης ζητά από τον Αρναούτογλου να παραδοθεί. Ο τούρκος αγάς αντιλαμβανόμενος ότι δεν υπήρχε καμία δυνατότητα αντίστασης παρέδωσε στους επαναστάτες, με πρωτόκολλο, την πόλη και τον τουρκικό οπλισμό.
Ετυμολογία
αγάς < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀγάς < τουρκική ağa < οθωμανική τουρκική آغا
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγάς | αγάδες |
| Γενική | αγά | αγάδων |
| Αιτιατική | αγά | αγάδες |
| Κλητική | αγά | αγάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →