Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγέρας

/aˈʝe.ɾas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. λογοτεχνικόάλλη γραφή του αέρας Βικιλεξικό
    • Γνωρίζετε πως ζούμε ανασαίνοντας αγέρα και πως τον απαντούμε όπου και αν πάμε, από στεριά ή θάλασσα, παντού στον κόσμο. Σας είναι βέβαια γνωστό και πως, σαν ανεβαίνουμε μ' αερόστατα, ο αγέρας μας σηκώνει αψηλά
    • Στου ήλιου τις καυτερές αχτίδες και στών μανιασμένων αγέρηδων, των Χαμσίν, όπως τους λένε, τα ξεσπάσματα, ποὺ ρίχνουν τόνους καὶ τόνους τὴν ἄμμο καταπάνω τους. (Νέα Εστία, τεύχη 1540-1544, 1991, σελ. 1460)

Ετυμολογία

αγέρας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀγέρας

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαγέραςαγέρες / αγέρηδες
Γενικήαγέρααγέρηδων / αγέρων
Αιτιατικήαγέρααγέρες / αγέρηδες
Κλητικήαγέρααγέρες / αγέρηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →