αγαθαρχικός
•
- θρησκείααυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην αγαθαρχία του Θεού Βικιλεξικό
- νεοελλαυτος που διέπεται από αγαθές (καλές) αρχές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγαθαρχικός < μεσαιωνική ελληνική αγαθάρχης
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγαθαρχικός | αγαθαρχική / αγαθαρχικη | αγαθαρχικον / αγαθαρχικό |
| Γενική | αγαθαρχικού | αγαθαρχικής | αγαθαρχικού |
| Αιτιατική | αγαθαρχικό | αγαθαρχική | αγαθαρχικό |
| Κλητική | αγαθαρχικέ | αγαθαρχική | αγαθαρχικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγαθαρχικοί | αγαθαρχικές | αγαθαρχικά |
| Γενική | αγαθαρχικών | αγαθαρχικών | αγαθαρχικών |
| Αιτιατική | αγαθαρχικούς | αγαθαρχικές | αγαθαρχικά |
| Κλητική | αγαθαρχικοί | αγαθαρχικές | αγαθαρχικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →