Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγαθοεργός

/a.ɣaˈθo.eɾ.ɣos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου κάνει καλές πράξεις, ο φιλάνθρωπος Βικιλεξικό
  2. λόγιοπου αναφέρεται στην αγαθοεργία Βικιλεξικό
    • η αγαθοεργή δράση του σωματείου μας

Ετυμολογία

αγαθοεργός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀγαθοεργός < αρχαία ελληνική ἀγαθ(ός) + -ο- + -εργός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγαθοεργόςαγαθοεργή / αγαθοεργόςαγαθοεργό
Γενικήαγαθοεργούαγαθοεργής / αγαθοεργούαγαθοεργού
Αιτιατικήαγαθοεργόαγαθοεργή / αγαθοεργόαγαθοεργό
Κλητικήαγαθοεργέαγαθοεργέ / αγαθοεργήαγαθοεργό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγαθοεργοίαγαθοεργές / αγαθοεργοίαγαθοεργά
Γενικήαγαθοεργώναγαθοεργώναγαθοεργών
Αιτιατικήαγαθοεργούςαγαθοεργές / αγαθοεργούςαγαθοεργά
Κλητικήαγαθοεργοίαγαθοεργές / αγαθοεργοίαγαθοεργά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →