Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγαθούλης

/a.ɣaˈθu.lis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ανυποψίαστος, χαζούλης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγαθούλης < αγαθ(ός) + υποκοριστικό επίθημα -ούλης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγαθούληςαγαθούλααγαθούλικο
Γενικήαγαθούληαγαθούλαςαγαθούλικου
Αιτιατικήαγαθούληαγαθούλααγαθούλικο
Κλητικήαγαθούληαγαθούλααγαθούλικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγαθούληδεςαγαθούλεςαγαθούλικα
Γενικήαγαθούληδων—αγαθούλικων
Αιτιατικήαγαθούληδεςαγαθούλεςαγαθούλικα
Κλητικήαγαθούληδεςαγαθούλεςαγαθούλικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →