αγαθό
•
- νομικός όροςαξία αλλά και ουσία ή αντικείμενο ή είδος απαραίτητο ή πάντως ιδιαίτερα χρήσιμο στην κοινωνία ή στο άτομο, οπότε συνδέεται στενά με την έννοια του "δικαιώματος σε.." Βικιλεξικό
- μεταξύ των εννόμων αγαθών συγκαταλέγεται η ανθρώπινη ζωή και αξιοπρέπεια
- πολλά αγαθά είναι πια εν ανεπαρκεία
- ο αέρας και το νερό ήταν ανέκαθεν μεταξύ των ελεύθερων αγαθών, αλλά τώρα αυτό αμφισβητείται ως προς το νερό
- στην προκειμένη περίπτωση έχουμε σύγκρουση αγαθών, γιατί ο νομοθέτης πρέπει ουσιαστικά να επιλέξει ποια από τις δύο εξίσου σημαντικές ανάγκες θα καλύψει
- οικονομίαμέσο ικανοποίησης αναγκών Βικιλεξικό
- τα αγαθά (στον πληθυντικό)
- φιλοσοφίακάτι που έχει την υπέρτατη αξία Βικιλεξικό
- ιατρικήδημώδης ευφημιστική ονομασία της νόσου ερυσίπελας () Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγαθό < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀγαθόν, ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αγαθός, ἀγαθός : για την οικονομία < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική biens
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγαθό | αγαθά |
| Γενική | αγαθού | αγαθών |
| Αιτιατική | αγαθό | αγαθά |
| Κλητική | αγαθό | αγαθά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →