Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγαθό

/a.ɣaˈθo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. νομικός όροςαξία αλλά και ουσία ή αντικείμενο ή είδος απαραίτητο ή πάντως ιδιαίτερα χρήσιμο στην κοινωνία ή στο άτομο, οπότε συνδέεται στενά με την έννοια του "δικαιώματος σε.." Βικιλεξικό
    • μεταξύ των εννόμων αγαθών συγκαταλέγεται η ανθρώπινη ζωή και αξιοπρέπεια
    • πολλά αγαθά είναι πια εν ανεπαρκεία
    • ο αέρας και το νερό ήταν ανέκαθεν μεταξύ των ελεύθερων αγαθών, αλλά τώρα αυτό αμφισβητείται ως προς το νερό
    • στην προκειμένη περίπτωση έχουμε σύγκρουση αγαθών, γιατί ο νομοθέτης πρέπει ουσιαστικά να επιλέξει ποια από τις δύο εξίσου σημαντικές ανάγκες θα καλύψει
  2. οικονομίαμέσο ικανοποίησης αναγκών Βικιλεξικό
    • τα αγαθά (στον πληθυντικό)
  3. φιλοσοφίακάτι που έχει την υπέρτατη αξία Βικιλεξικό
  4. ιατρικήδημώδης ευφημιστική ονομασία της νόσου ερυσίπελας () Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγαθό < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀγαθόν, ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αγαθός, ἀγαθός : για την οικονομία < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική biens

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαγαθόαγαθά
Γενικήαγαθούαγαθών
Αιτιατικήαγαθόαγαθά
Κλητικήαγαθόαγαθά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →