Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγαθότητα

/a.ɣaˈθo.ti.ta/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοη καλή πρόθεση, η καλοσύνη, η ιδιότητα του αγαθού Βικιλεξικό
    • H αγαθότητα του λογοτέχνη Παπαδιαμάντη ξεπερνά κάθε ιερατικό κήρυγμα, γι’ αυτό και η προσπάθεια ορισμένων να θέσουν στην υπηρεσία τους τον μεγάλο μας συγγραφέα συνιστά ύβρι.
  2. λόγιοη μέχρι μωρίας υπερβολική καλοσύνη, αφέλεια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγαθότητα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀγαθότης < ἀγαθός. Μορφολογικά αναλύεται σε αγαθ(ός) + -ότητα.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαγαθότητααγαθότητες
Γενικήαγαθότηταςαγαθοτήτων
Αιτιατικήαγαθότητααγαθότητες
Κλητικήαγαθότητααγαθότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →