αγαλβάνιστος
•
- που δεν έχει ή δεν μπορεί να γαλβανιστεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγαλβάνιστος < α- στερητικό + γαλβανίζω, γαλβανισ- + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγαλβάνιστος | αγαλβάνιστη | αγαλβάνιστο |
| Γενική | αγαλβάνιστου | αγαλβάνιστης | αγαλβάνιστου |
| Αιτιατική | αγαλβάνιστο | αγαλβάνιστη | αγαλβάνιστο |
| Κλητική | αγαλβάνιστε | αγαλβάνιστη | αγαλβάνιστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγαλβάνιστοι | αγαλβάνιστες | αγαλβάνιστα |
| Γενική | αγαλβάνιστων | αγαλβάνιστων | αγαλβάνιστων |
| Αιτιατική | αγαλβάνιστους | αγαλβάνιστες | αγαλβάνιστα |
| Κλητική | αγαλβάνιστοι | αγαλβάνιστες | αγαλβάνιστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →