αγαλμάτινος
•
- που αναφέρεται σε άγαλμα Βικιλεξικό
- αγαλμάτινο ομοίωμα
- συνώνυμο του αγαλματένιος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγαλμάτινος < άγαλμα, αγαλματ- + -ινος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγαλμάτινος | αγαλμάτινη | αγαλμάτινο |
| Γενική | αγαλμάτινου | αγαλμάτινης | αγαλμάτινου |
| Αιτιατική | αγαλμάτινο | αγαλμάτινη | αγαλμάτινο |
| Κλητική | αγαλμάτινε | αγαλμάτινη | αγαλμάτινο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγαλμάτινοι | αγαλμάτινες | αγαλμάτινα |
| Γενική | αγαλμάτινων | αγαλμάτινων | αγαλμάτινων |
| Αιτιατική | αγαλμάτινους | αγαλμάτινες | αγαλμάτινα |
| Κλητική | αγαλμάτινοι | αγαλμάτινες | αγαλμάτινα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →