αγαλματίδιο
•
- γλυπτικήμικρού μεγέθους άγαλμα, ειδώλιο Βικιλεξικό
- Με τίτλο «Σκλάβα», το 500 ετών κέρινο αγαλματίδιο αποτελούσε τμήμα των προετοιμασιών του Μιχαήλ Αγγέλου για τον περισπούδαστο τάφο του Πάπα Ιουλίου του Β’ στη Ρώμη.
Ετυμολογία
αγαλματίδιο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀγαλματίδιον < ἄγαλμα, ἀγάλματ(ος), + -ίδιον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγαλματίδιο | αγαλματίδια |
| Γενική | αγαλματίδιου / αγαλματιδίου | αγαλματιδίων |
| Αιτιατική | αγαλματίδιο | αγαλματίδια |
| Κλητική | αγαλματίδιο | αγαλματίδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →