αγαλματίτης
•
- γλυπτικήείδος κόλλας που χρησιμοποιούσαν παλιότερα και που πιθανόν ταυτίζεται με την λιθόκολλα. Παρασκευαζόταν από μίγμα μαρμαρόσκονης και ταυρόκολλας για συγκόλληση μελών αγαλμάτων, πέτρινων κοσμημάτων, επίπλων, αγγείων κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγαλματίτης < άγαλμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγαλματίτης | αγαλματίτες |
| Γενική | αγαλματίτη | αγαλματιτών |
| Αιτιατική | αγαλματίτη | αγαλματίτες |
| Κλητική | αγαλματίτη | αγαλματίτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →