αγαλματοποιία
•
- γλυπτικήη τέχνη του αγαλματοποιού, η κατασκευή αγαλμάτων Βικιλεξικό
- Και αν η ιστορία της φυλής έγινε κατά κανόνα αντιληπτή ως αποκλειστικά γερμανοκεντρική, ωστόσο οι αναφορές στην αρχαιότητα είναι πολυάριθμες στον δημόσιο λόγο των ναζιστών, η αρχιτεκτονική τού τότε καθεστώτος αναβιώνει τον ρωμαϊκό μνημειακό κλασικισμό και η ναζιστική αγαλματοποιία ανακαλύπτει ξανά το ελληνικό γυμνό.
Ετυμολογία
αγαλματοποιία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀγαλματοποιΐα < ἄγαλμα + -ποιία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγαλματοποιία | αγαλματοποιίες |
| Γενική | αγαλματοποιίας | αγαλματοποιιών |
| Αιτιατική | αγαλματοποιία | αγαλματοποιίες |
| Κλητική | αγαλματοποιία | αγαλματοποιίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →