αγαλματοποιός
•
- επάγγελμαπου κατασκευάζει αγάλματα, γλύπτης Βικιλεξικό
- Στην πρώτη στροφή ο Τυανεύς, εξονομάζοντας την καταγωγή του από τα Τύανα, αυτοσυστήνεται (μάλλον στη Ρώμη) ως έμπειρος αγαλματοποιός, αναγνωρισμένος από το ευρύ κοινό αλλά και από φιλότεχνους συγκλητικούς.
Ετυμολογία
αγαλματοποιός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀγαλματοποιός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγαλματοποιός | αγαλματοποιοί |
| Γενική | αγαλματοποιού | αγαλματοποιών |
| Αιτιατική | αγαλματοποιό | αγαλματοποιούς |
| Κλητική | αγαλματοποιέ | αγαλματοποιοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →