αγανακτισμένος
•
- που έχει αγανακτήσει, που διακατέχεται από αγανάκτηση Βικιλεξικό
- Ο σημερινός διαμαρτυρόμενος ή και «αγανακτισμένος» πολίτης φαίνεται να απαιτεί «ασφάλεια και τάξη» («κατάργηση» πανεπιστημιακού ασύλου) και ταυτόχρονα να εγκρίνει ανομικές συμπεριφορές (περιπτώσεις λιντσαρίσματος βουλευτών).
Ετυμολογία
αγανακτισμένος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀγανακτισμένος < αρχαία ελληνική ἀγανακτέω / ἀγανακτῶ
Άλλοι τύποι
αγανακτισμένααγανακτισμένεαγανακτισμένεςαγανακτισμένηαγανακτισμένηςαγανακτισμένοαγανακτισμένοιαγανακτισμένοςαγανακτισμένουαγανακτισμένουςαγανακτισμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →