αγαναχτισμένος
•
- προφορικόάλλη γραφή του αγανακτισμένος Βικιλεξικό
- Αναμφίβολα οι στόλοι των Ευρωπαίων δε θα έκαναν ζημιά στην πόλη, όπου ήταν συγκεντρωμένο το εμπόριο τους με την Ανατολή, αλλά ο αγαναχτισμένος όχλος, που είχε ξεσηκωθεί, απειλούσε όλους τους Ευρωπαίους κατοίκους.
Ετυμολογία
αγαναχτισμένος < → δείτε τη λέξη αγανακτισμένος
Άλλοι τύποι
αγαναχτισμένααγαναχτισμένεαγαναχτισμένεςαγαναχτισμένηαγαναχτισμένηςαγαναχτισμένοαγαναχτισμένοιαγαναχτισμένοςαγαναχτισμένουαγαναχτισμένουςαγαναχτισμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →