αγαντάρω
•
- ναυτικός όροςπιάνομαι, συγκρατούμαι από κάποιο σταθερό σημείο Βικιλεξικό
- αγάντα το παλαμάρι!
- ναυτικός όροςπιάνομαι, συγκρατούμαι από κάποιο σταθερό σημείο Βικιλεξικό
- αγάντα και φτάσαμε!
- υπομένω, αντέχω, βαστάζω Βικιλεξικό
- δεν αγαντάρω πια τα βάσανα
Ετυμολογία
αγαντάρω < (άμεσο δάνειο) ιταλική agguantar(e) + -ω < guanto (γάντι) : σημασία: «αντέχω, υπομένω» < διάλεκτος (άμεσο δάνειο) ιταλική agguantar(e) < ισπανική aguantar
Άλλοι τύποι
αγαντάρισα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →