Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγαπημένα

/a.ɣa.piˈme.na/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. διαδίκτυοοι σελιδοδείκτες στο διαδίκτυο, οι ιστοσελιδες που κάποιος σημειώνει για να επισκέπτεται συχνά χωρις να χρειάζεται να τις αναζητεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγαπημένα < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο της μετοχής αγαπημένος στον πληθυντικό, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική favourites

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

αγαπημένα

/a.ɣa.piˈme.na/επίρρημα
•
  1. με στοργή, χωρίς αντιπαραθέσεις Βικιλεξικό
    • Να παίζετε αγαπημένα. Μην τσακώνεστε

Ετυμολογία

αγαπημένα < αγαπημέν(ος) + -α

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →