Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγαπητικιά

/a.ɣa.pi.tiˈca/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. θηλυκό του αγαπητικός, η ερωμένη Βικιλεξικό
    • Σε μια γειτονιά / είχα μια αγαπητικιά / δέκα χρόνια πάνε τώρα / που δεν την ξανάδα πια.

Ετυμολογία

αγαπητικιά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀγαπητικ(ή) + -ιά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαγαπητικιάαγαπητικιές
Γενικήαγαπητικιάςαγαπητικιών
Αιτιατικήαγαπητικιάαγαπητικιές
Κλητικήαγαπητικιάαγαπητικιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →