αγαπητικιά
•
- θηλυκό του αγαπητικός, η ερωμένη Βικιλεξικό
- Σε μια γειτονιά / είχα μια αγαπητικιά / δέκα χρόνια πάνε τώρα / που δεν την ξανάδα πια.
Ετυμολογία
αγαπητικιά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀγαπητικ(ή) + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγαπητικιά | αγαπητικιές |
| Γενική | αγαπητικιάς | αγαπητικιών |
| Αιτιατική | αγαπητικιά | αγαπητικιές |
| Κλητική | αγαπητικιά | αγαπητικιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →