Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγαπητικός

/a.ɣa.pi.tiˈkos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο αγαπημένος, αυτός με τον οποίο κάποια έχει σχέση Βικιλεξικό
    • Ο Γιάννης είναι ο αγαπητικός της Μαρίας και είναι μαζί εδώ και δύο χρόνια.
  2. ο εραστής Βικιλεξικό
  3. παρωχημένοαυτός που ζει εκμεταλλευόμενος χρηματικά τις γυναίκες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγαπητικός < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἀγαπητικός (στοργικός)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαγαπητικόςαγαπητικοί
Γενικήαγαπητικούαγαπητικών
Αιτιατικήαγαπητικόαγαπητικούς
Κλητικήαγαπητικέαγαπητικοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

αγαπητικός

/a.ɣa.pi.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που εμπεριέχει την αγάπη Βικιλεξικό
    • αγαπητική σχέση

Ετυμολογία

αγαπητικός < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἀγαπητικός (στοργικός)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγαπητικόςαγαπητικήαγαπητικό
Γενικήαγαπητικούαγαπητικήςαγαπητικού
Αιτιατικήαγαπητικόαγαπητικήαγαπητικό
Κλητικήαγαπητικέαγαπητικήαγαπητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγαπητικοίαγαπητικέςαγαπητικά
Γενικήαγαπητικώναγαπητικώναγαπητικών
Αιτιατικήαγαπητικούςαγαπητικέςαγαπητικά
Κλητικήαγαπητικοίαγαπητικέςαγαπητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →