αγαπητικός
•
- ο αγαπημένος, αυτός με τον οποίο κάποια έχει σχέση Βικιλεξικό
- Ο Γιάννης είναι ο αγαπητικός της Μαρίας και είναι μαζί εδώ και δύο χρόνια.
- ο εραστής Βικιλεξικό
- παρωχημένοαυτός που ζει εκμεταλλευόμενος χρηματικά τις γυναίκες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγαπητικός < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἀγαπητικός (στοργικός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγαπητικός | αγαπητικοί |
| Γενική | αγαπητικού | αγαπητικών |
| Αιτιατική | αγαπητικό | αγαπητικούς |
| Κλητική | αγαπητικέ | αγαπητικοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →