αγαπητικότητα
•
- η καθημερινή βίωση αγάπης Βικιλεξικό
- η αφετηρία κάθε δράσης και σκέψης με κριτήριο-κίνητρο την αγάπη, σκέψη και δράση υπό το πρίσμα της αγάπης, κινητοποίηση-δραστηριοποίηση λόγω αγάπης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγαπητικότητα < αγαπητικός + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγαπητικότητα | αγαπητικότητες |
| Γενική | αγαπητικότητας | αγαπητικοτήτων |
| Αιτιατική | αγαπητικότητα | αγαπητικότητες |
| Κλητική | αγαπητικότητα | αγαπητικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →