Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγαπητός

/a.ɣa.piˈtos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που τον αγαπούν οι άλλοι, που τον συμπαθούν Βικιλεξικό
    • είναι άνθρωπος γενικά πολύ αγαπητός
  2. χρησιμοποιείται και ως προσφώνηση Βικιλεξικό
    • αγαπητοί μου συνεργάτες
  3. θρησκείαεκλεκτός, προσφιλής Βικιλεξικό
    • ούτός εστίν ο υιός μου ο αγαπητός εν ω ευδόκησα (Ματθ. γ΄, 17)

Ετυμολογία

αγαπητός < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἀγαπητός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγαπητόςαγαπητήαγαπητό
Γενικήαγαπητούαγαπητήςαγαπητού
Αιτιατικήαγαπητόαγαπητήαγαπητό
Κλητικήαγαπητέαγαπητήαγαπητό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγαπητοίαγαπητέςαγαπητά
Γενικήαγαπητώναγαπητώναγαπητών
Αιτιατικήαγαπητούςαγαπητέςαγαπητά
Κλητικήαγαπητοίαγαπητέςαγαπητά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →