αγαπητός
•
- που τον αγαπούν οι άλλοι, που τον συμπαθούν Βικιλεξικό
- είναι άνθρωπος γενικά πολύ αγαπητός
- χρησιμοποιείται και ως προσφώνηση Βικιλεξικό
- αγαπητοί μου συνεργάτες
- θρησκείαεκλεκτός, προσφιλής Βικιλεξικό
- ούτός εστίν ο υιός μου ο αγαπητός εν ω ευδόκησα (Ματθ. γ΄, 17)
Ετυμολογία
αγαπητός < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἀγαπητός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγαπητός | αγαπητή | αγαπητό |
| Γενική | αγαπητού | αγαπητής | αγαπητού |
| Αιτιατική | αγαπητό | αγαπητή | αγαπητό |
| Κλητική | αγαπητέ | αγαπητή | αγαπητό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγαπητοί | αγαπητές | αγαπητά |
| Γενική | αγαπητών | αγαπητών | αγαπητών |
| Αιτιατική | αγαπητούς | αγαπητές | αγαπητά |
| Κλητική | αγαπητοί | αγαπητές | αγαπητά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →