Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγαρηνός

/a.ɣa.ɾiˈnos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. μουσουλμανικός, αραβικός Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασησκληρός, βάρβαρος Βικιλεξικό
  3. Αγαρηνός (σε επιθετική λειτουργία) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγαρηνός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀγαρηνός < ελληνιστική κοινή Ἀγαρηνός < Ἄγαρ < αρχαία εβραϊκή הָגָר (Hāġār)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγαρηνόςαγαρηνήαγαρηνό
Γενικήαγαρηνούαγαρηνήςαγαρηνού
Αιτιατικήαγαρηνόαγαρηνήαγαρηνό
Κλητικήαγαρηνέαγαρηνήαγαρηνό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγαρηνοίαγαρηνέςαγαρηνά
Γενικήαγαρηνώναγαρηνώναγαρηνών
Αιτιατικήαγαρηνούςαγαρηνέςαγαρηνά
Κλητικήαγαρηνοίαγαρηνέςαγαρηνά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →