αγαστός
•
- λόγιοάξιος θαυμασμού, αξιοθαύμαστος, άριστος Βικιλεξικό
- Για πρώτη φορά στις φοιτητικές κινητοποιήσεις οι δύο μεγάλες παρατάξεις επιδεικνύουν σε αγαστή συνεργασία έντονα αγωνιστική δράση. (εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 5 Σεπτεμβρίου 2011)
- (ειρωνικό) ※ Κάπως έτσι λοιπόν, σε αγαστή συνεργασία, Τύπος, κόμματα και κυβέρνηση έκλεισαν τ' αυτιά τους στην Κασσάνδρα. (εφημερίδα Καθημερινή, 6 Αυγούστου 2011)
Ετυμολογία
αγαστός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀγαστός < ἄγαμαι (θαυμάζω)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγαστός | αγαστή | αγαστό |
| Γενική | αγαστού | αγαστής | αγαστού |
| Αιτιατική | αγαστό | αγαστή | αγαστό |
| Κλητική | αγαστέ | αγαστή | αγαστό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγαστοί | αγαστές | αγαστά |
| Γενική | αγαστών | αγαστών | αγαστών |
| Αιτιατική | αγαστούς | αγαστές | αγαστά |
| Κλητική | αγαστοί | αγαστές | αγαστά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →