αγαύη
•
- βοτανικήγένος μονοκοτυλήδονων φυτών, γνωστά και ως αθάνατοι Βικιλεξικό
- Δύο είναι κυρίως οι λόγοι που τροφοδότησαν την προτίμηση στην αγαύη: Από τη μία οι ανθεκτικές καλλιέργειες χωρίς μεγάλη ανάγκη νερού, από την άλλη η διογκούμενη, μετά την πανδημία του κορωνοϊού, τάση για αλκοολούχα υψηλής ποιότητας.
Ετυμολογία
αγαύη < αρχαία ελληνική ἀγαυός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγαύη | αγαύες |
| Γενική | αγαύης | αγαυών |
| Αιτιατική | αγαύη | αγαύες |
| Κλητική | αγαύη | αγαύες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →