αγγαρεύω
•
- ζητώ από κάποιον ή τον αναγκάζω να κάνει χωρίς αμοιβή μια συγκεκριμένη εργασία, πιθανόν δυσάρεστη ή ανεπιθύμητη, μια αγγαρεία Βικιλεξικό
- Ο διευθυντής με αγγάρεψε να μείνω στο γραφείο μέχρι αργά για να τελειώσω την αναφορά.
- 20ός/21ος αιώνας ⌘ Ιωάννα Καρυστιάνη, 1952‑ Μικρά Αγγλία, (1997), [μυθιστόρημα]
Ετυμολογία
αγγαρεύω < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἀγγαρεύω < αρχαία ελληνική ἄγγαρος < περσική < ακκαδική
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αγγαρεύω | αγγαρεύεις | αγγαρεύει | αγγαρεύουμε | αγγαρεύετε | αγγαρεύουν / αγγαρεύουνε |
| Παρατατικός | αγγάρευα | αγγάρευες | αγγάρευε | αγγαρεύαμε | αγγαρεύατε | αγγάρευαν / αγγαρεύαν / αγγαρεύανε |
| Αόριστος | αγγάρεψα | αγγάρεψες | αγγάρεψε | αγγαρέψαμε | αγγαρέψατε | αγγάρεψαν / αγγαρέψαν / αγγαρέψανε |
| Μέλλοντας | θα αγγαρέψω / θα αγγαρεύω | θα αγγαρέψεις / θα αγγαρεύεις | θα αγγαρέψει / θα αγγαρεύει | θα αγγαρέψουμε / θα αγγαρεύουμε | θα αγγαρέψετε / θα αγγαρεύετε | θα αγγαρέψουν / θα αγγαρέψουνε / θα αγγαρεύουν / θα αγγαρεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω αγγαρέψει | έχεις αγγαρέψει | έχει αγγαρέψει | έχουμε αγγαρέψει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αγγαρέψει | είχες αγγαρέψει | είχε αγγαρέψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αγγαρέψει / να αγγαρέψω / να αγγαρεύω | να έχεις αγγαρέψει / να αγγαρέψεις / να αγγαρεύεις | να έχει αγγαρέψει / να αγγαρέψει / να αγγαρεύει | να έχουμε αγγαρέψει / να αγγαρέψουμε / να αγγαρεύουμε | να αγγαρέψετε / να αγγαρεύετε | να αγγαρέψουν / να αγγαρέψουνε / να αγγαρεύουν / να αγγαρεύουνε |
| Προστακτική | — | αγγάρευε / αγγάρεψε | — | — | αγγαρέψτε / αγγαρεύετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αγγαρεύτηκααγγαρεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →