αγγαροδουλειά
•
- μια εργασία που πρέπει να οφείλει να κάνει κάποιος υποχρεωτικά, για την οποία όμως του λείπει η προθυμία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγγαροδουλειά < αγγαρεί(α) + -ο- + δουλειά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγγαροδουλειά | αγγαροδουλειές |
| Γενική | αγγαροδουλειάς | αγγαροδουλειών |
| Αιτιατική | αγγαροδουλειά | αγγαροδουλειές |
| Κλητική | αγγαροδουλειά | αγγαροδουλειές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →