αγγειακός
•
- ανατομίαπου αναφέρεται στα αγγεία του ανθρώπινου σώματος Βικιλεξικό
- Ετσι με τη χορήγηση ορισμένων ουσιών που λέγονται αυξητικοί παράγοντες, όπως ο αγγειακός ενδοθηλιακός αυξητικός παράγων, ο βασικός ινοβλαστικός αυξητικός παράγων κ.ά., είναι δυνατόν ο ασθενής να αναπτύξει παράπλευρα αγγεία, σε περιπτώσεις στεφανιαίας νόσου, κάνοντας έτσι ένα «βιολογικό by pass».
Ετυμολογία
αγγειακός < αγγεί(ο) + -ακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγγειακός | αγγειακή | αγγειακό |
| Γενική | αγγειακού | αγγειακής | αγγειακού |
| Αιτιατική | αγγειακό | αγγειακή | αγγειακό |
| Κλητική | αγγειακέ | αγγειακή | αγγειακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγγειακοί | αγγειακές | αγγειακά |
| Γενική | αγγειακών | αγγειακών | αγγειακών |
| Αιτιατική | αγγειακούς | αγγειακές | αγγειακά |
| Κλητική | αγγειακοί | αγγειακές | αγγειακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →