Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγγειογράφος

/aŋ.ɟi.oˈɣɾa.fos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαζωγράφος που διακοσμεί την επιφάνεια ενός αγγείου με παραστάσεις ανθρώπων ή ζώων ή αφηρημένα σχήματα Βικιλεξικό
  2. ιατρικήσυσκευή που κάνει τις αγγειογραφίες Βικιλεξικό
    • Νέο μπλακ – άουτ προκαλεί στο μεγαλύτερο νοσοκομείο της χώρας, τον Ευαγγελισμό, η βλάβη του μοναδικού (πλην όμως παλαιού) αγγειογράφου με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την αντιμετώπιση των καρδιοπαθών ασθενών.

Ετυμολογία

αγγειογράφος < αγγειο- + -γράφος : (κατά μία εκτίμηση για το ιατρικό όργανο) < (λόγιο δάνειο) γαλλική angiographe

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαγγειογράφοςαγγειογράφοι
Γενικήαγγειογράφουαγγειογράφων
Αιτιατικήαγγειογράφοαγγειογράφους
Κλητικήαγγειογράφεαγγειογράφοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →