αγγειογράφος
•
- επάγγελμαζωγράφος που διακοσμεί την επιφάνεια ενός αγγείου με παραστάσεις ανθρώπων ή ζώων ή αφηρημένα σχήματα Βικιλεξικό
- ιατρικήσυσκευή που κάνει τις αγγειογραφίες Βικιλεξικό
- Νέο μπλακ – άουτ προκαλεί στο μεγαλύτερο νοσοκομείο της χώρας, τον Ευαγγελισμό, η βλάβη του μοναδικού (πλην όμως παλαιού) αγγειογράφου με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την αντιμετώπιση των καρδιοπαθών ασθενών.
Ετυμολογία
αγγειογράφος < αγγειο- + -γράφος : (κατά μία εκτίμηση για το ιατρικό όργανο) < (λόγιο δάνειο) γαλλική angiographe
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγγειογράφος | αγγειογράφοι |
| Γενική | αγγειογράφου | αγγειογράφων |
| Αιτιατική | αγγειογράφο | αγγειογράφους |
| Κλητική | αγγειογράφε | αγγειογράφοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →