Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγγειογραφικός

/aŋ.ɟi.o.ɣɾa.fiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήο σχετικός με την αγγειογραφία Βικιλεξικό
    • Το «Σισμανόγλειο» θα προμηθευτεί μαγνητικό τομογράφο 1,5 τεσλα, ψηφιακό στεφανιογράφο και ψηφιακό αγγειογραφικό συγκρότημα συνολικής αξίας 2,05 εκατ. ευρώ.
  2. αρχαιολογίαπου αναφέρεται στην αγγειογραφία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγγειογραφικός < (λόγιο δάνειο) γαλλική angiographique. Μορφολογικά αναλύεται σε αγγειογραφ(ία) + -ικός.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγγειογραφικόςαγγειογραφικήαγγειογραφικό
Γενικήαγγειογραφικούαγγειογραφικήςαγγειογραφικού
Αιτιατικήαγγειογραφικόαγγειογραφικήαγγειογραφικό
Κλητικήαγγειογραφικέαγγειογραφικήαγγειογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγγειογραφικοίαγγειογραφικέςαγγειογραφικά
Γενικήαγγειογραφικώναγγειογραφικώναγγειογραφικών
Αιτιατικήαγγειογραφικούςαγγειογραφικέςαγγειογραφικά
Κλητικήαγγειογραφικοίαγγειογραφικέςαγγειογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →