Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγγειοδιασταλτικός

/aŋ.ɟi.o.ði.a.stal.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου προκαλεί διαστολή των αιμοφόρων αγγείων Βικιλεξικό
    • Ο γιατρός συνταγογράφησε ένα αγγειοδιασταλτικό φάρμακο για να βοηθήσει στη μείωση της αρτηριακής πίεσης του ασθενούς.

Ετυμολογία

αγγειοδιασταλτικός < αγγειο- + διασταλτικός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική vasodilatateur

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγγειοδιασταλτικόςαγγειοδιασταλτικήαγγειοδιασταλτικό
Γενικήαγγειοδιασταλτικούαγγειοδιασταλτικήςαγγειοδιασταλτικού
Αιτιατικήαγγειοδιασταλτικόαγγειοδιασταλτικήαγγειοδιασταλτικό
Κλητικήαγγειοδιασταλτικέαγγειοδιασταλτικήαγγειοδιασταλτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγγειοδιασταλτικοίαγγειοδιασταλτικέςαγγειοδιασταλτικά
Γενικήαγγειοδιασταλτικώναγγειοδιασταλτικώναγγειοδιασταλτικών
Αιτιατικήαγγειοδιασταλτικούςαγγειοδιασταλτικέςαγγειοδιασταλτικά
Κλητικήαγγειοδιασταλτικοίαγγειοδιασταλτικέςαγγειοδιασταλτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →