αγγειολογικός
•
- ιατρικήσχετικός με την αγγειολογία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγγειολογικός < γαλλική angiologique ή αγγλική angiological. Μορφολογικά αναλύεται σε αγγειολογ(ία) + -ικός.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγγειολογικός | αγγειολογική | αγγειολογικό |
| Γενική | αγγειολογικού | αγγειολογικής | αγγειολογικού |
| Αιτιατική | αγγειολογικό | αγγειολογική | αγγειολογικό |
| Κλητική | αγγειολογικέ | αγγειολογική | αγγειολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγγειολογικοί | αγγειολογικές | αγγειολογικά |
| Γενική | αγγειολογικών | αγγειολογικών | αγγειολογικών |
| Αιτιατική | αγγειολογικούς | αγγειολογικές | αγγειολογικά |
| Κλητική | αγγειολογικοί | αγγειολογικές | αγγειολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →