Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγγειολογικός

/aŋ.ɟi.o.lo.ʝiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήσχετικός με την αγγειολογία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγγειολογικός < γαλλική angiologique ή αγγλική angiological. Μορφολογικά αναλύεται σε αγγειολογ(ία) + -ικός.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγγειολογικόςαγγειολογικήαγγειολογικό
Γενικήαγγειολογικούαγγειολογικήςαγγειολογικού
Αιτιατικήαγγειολογικόαγγειολογικήαγγειολογικό
Κλητικήαγγειολογικέαγγειολογικήαγγειολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγγειολογικοίαγγειολογικέςαγγειολογικά
Γενικήαγγειολογικώναγγειολογικώναγγειολογικών
Αιτιατικήαγγειολογικούςαγγειολογικέςαγγειολογικά
Κλητικήαγγειολογικοίαγγειολογικέςαγγειολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →