αγγελιόσημο
•
- ειδικό τέλος που πληρώνεται για κάθε διαφημιστική καταχώριση ή αγγελία στον τύπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγγελιόσημο < αγγελία + -ο- + σήμα + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγγελιόσημο | αγγελιόσημα |
| Γενική | αγγελιοσήμου / αγγελιόσημου | αγγελιοσήμων / αγγελιόσημων |
| Αιτιατική | αγγελιόσημο | αγγελιόσημα |
| Κλητική | αγγελιόσημο | αγγελιόσημα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →