αγγελοθωρώ
•
- λαϊκότροποβλέπω τον άγγελο που θα πάρει την ψυχή μου, τον άγγελο του θανάτου μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγγελοθωρώ < (άγγελος) αγγελο- + -θωρώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αγγελοθωρώ | αγγελοθωρείς | αγγελοθωρεί | αγγελοθωρούμε | αγγελοθωρείτε | αγγελοθωρούν / αγγελοθωρούνε |
| Παρατατικός | αγγελοθωρούσα | αγγελοθωρούσες | αγγελοθωρούσε | αγγελοθωρούσαμε | αγγελοθωρούσατε | αγγελοθωρούσαν / αγγελοθωρούσανε |
| Αόριστος | αγγελοθώρησα | αγγελοθώρησες | αγγελοθώρησε | αγγελοθωρήσαμε | αγγελοθωρήσατε | αγγελοθωρήσαν / αγγελοθωρήσανε / αγγελοθώρησαν |
| Μέλλοντας | θα αγγελοθωρήσω / θα αγγελοθωρώ | θα αγγελοθωρήσεις / θα αγγελοθωρείς | θα αγγελοθωρήσει / θα αγγελοθωρεί | θα αγγελοθωρήσουμε / θα αγγελοθωρούμε | θα αγγελοθωρήσετε / θα αγγελοθωρείτε | θα αγγελοθωρήσουν / θα αγγελοθωρήσουνε / θα αγγελοθωρούν / θα αγγελοθωρούνε |
| Παρακείμενος | έχω αγγελοθωρήσει | έχεις αγγελοθωρήσει | έχει αγγελοθωρήσει | έχουμε αγγελοθωρήσει | έχετε αγγελοθωρήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αγγελοθωρήσει | είχες αγγελοθωρήσει | είχε αγγελοθωρήσει | είχαμε αγγελοθωρήσει | είχατε αγγελοθωρήσει | — |
| Υποτακτική | να έχω αγγελοθωρήσει / να αγγελοθωρήσω / να αγγελοθωρώ | να έχεις αγγελοθωρήσει / να αγγελοθωρήσεις / να αγγελοθωρείς | να έχει αγγελοθωρήσει / να αγγελοθωρήσει / να αγγελοθωρεί | να έχουμε αγγελοθωρήσει / να αγγελοθωρήσουμε / να αγγελοθωρούμε | να έχετε αγγελοθωρήσει / να αγγελοθωρήσετε / να αγγελοθωρείτε | να αγγελοθωρήσουν / να αγγελοθωρήσουνε / να αγγελοθωρούν / να αγγελοθωρούνε |
| Προστακτική | — | αγγελοθώρησε | — | — | αγγελοθωρήστε / αγγελοθωρείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →