αγγελοπρόσωπος
•
- που έχει αγγελικό πρόσωπο, αγγελική όψη Βικιλεξικό
- Ήρθε στον ύπνο του η αγγελοπρόσωπη Παναγιά.
Ετυμολογία
αγγελοπρόσωπος < αγγελο- + -πρόσωπος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγγελοπρόσωπος | αγγελοπρόσωπη | αγγελοπρόσωπο |
| Γενική | αγγελοπρόσωπου | αγγελοπρόσωπης | αγγελοπρόσωπου |
| Αιτιατική | αγγελοπρόσωπο | αγγελοπρόσωπη | αγγελοπρόσωπο |
| Κλητική | αγγελοπρόσωπε | αγγελοπρόσωπη | αγγελοπρόσωπο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγγελοπρόσωποι | αγγελοπρόσωπες | αγγελοπρόσωπα |
| Γενική | αγγελοπρόσωπων | αγγελοπρόσωπων | αγγελοπρόσωπων |
| Αιτιατική | αγγελοπρόσωπους | αγγελοπρόσωπες | αγγελοπρόσωπα |
| Κλητική | αγγελοπρόσωποι | αγγελοπρόσωπες | αγγελοπρόσωπα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →