αγγελοσκιάζω
•
- σπάνιομεταβατικό: Βικιλεξικό
- σπάνιομεταβατικό: Βικιλεξικό
- που να σ' αγγελοσκιάξει ο χάρος [κατάρα]
Ετυμολογία
αγγελοσκιάζω < παθητικό αγγελοσκιάζ(ομαι) + -ω (αναδρομικός σχηματισμός)< αγγελο- + σκιάζομαι
Άλλοι τύποι
αγγελοσκιάζομαιαγγελοσκιάχτηκααγγελόσκιαξα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →