αγγελουδάκι
•
- υποκοριστικόμικρό αγγελούδι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγγελουδάκι < αγγελούδ(ι) + υποκοριστικό επίθημα -άκι (κατά δεύτερο υποκορισμό)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγγελουδάκι | αγγελουδάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | αγγελουδάκι | αγγελουδάκια |
| Κλητική | αγγελουδάκι | αγγελουδάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →