Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγγελτήριο

/aŋ.ɟelˈti.ɾi.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. κείμενο τυπωμένο σε εφημερίδα ή σε ξεχωριστό φύλλο χαρτιού που περιέχει μια αγγελία, μια γνωστοποίηση τελετής Βικιλεξικό
    • Πιο κάτω, στην οδό Π. Τσαλδάρη 34, ένα από τα ωραία μικρά σπίτια της γειτονιάς με μια εξώθυρα που σε κάνει να σταματήσεις και να τη θαυμάσεις, έχει βάλει αγγελτήριο ανέγερσης νέας οικοδομής.

Ετυμολογία

αγγελτήριο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀγγελτήρ (αγγελιοφόρος) + -ιον

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαγγελτήριοαγγελτήρια
Γενικήαγγελτήριου / αγγελτηρίουαγγελτήριων / αγγελτηρίων
Αιτιατικήαγγελτήριοαγγελτήρια
Κλητικήαγγελτήριοαγγελτήρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →