αγγελόψαρο
•
- ψάριη ρίνα Βικιλεξικό
- ψάριονομασία τροπικού ψαριού το οποίο διαβιεί στο γλυκό νερό (Pterophyllum scalare) Βικιλεξικό
- ψάριγενική ονομασία ψαριών που ανήκουν στις οικογένειες Chaetodontidae και Ephippidae Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγγελόψαρο < αγγελό- + -ψαρο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγγελόψαρο | αγγελόψαρα |
| Γενική | αγγελόψαρου | αγγελόψαρων |
| Αιτιατική | αγγελόψαρο | αγγελόψαρα |
| Κλητική | αγγελόψαρο | αγγελόψαρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →