Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγγιχτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. πειραχτικός, ενοχλητικός Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηπροσβλητικός, υβριστικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγγιχτικός < αγγιχτός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγγιχτικόςαγγιχτικήαγγιχτικό
Γενικήαγγιχτικούαγγιχτικήςαγγιχτικού
Αιτιατικήαγγιχτικόαγγιχτικήαγγιχτικό
Κλητικήαγγιχτικέαγγιχτικήαγγιχτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγγιχτικοίαγγιχτικέςαγγιχτικά
Γενικήαγγιχτικώναγγιχτικώναγγιχτικών
Αιτιατικήαγγιχτικούςαγγιχτικέςαγγιχτικά
Κλητικήαγγιχτικοίαγγιχτικέςαγγιχτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →