αγγιχτικός
•
- πειραχτικός, ενοχλητικός Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηπροσβλητικός, υβριστικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγγιχτικός < αγγιχτός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγγιχτικός | αγγιχτική | αγγιχτικό |
| Γενική | αγγιχτικού | αγγιχτικής | αγγιχτικού |
| Αιτιατική | αγγιχτικό | αγγιχτική | αγγιχτικό |
| Κλητική | αγγιχτικέ | αγγιχτική | αγγιχτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγγιχτικοί | αγγιχτικές | αγγιχτικά |
| Γενική | αγγιχτικών | αγγιχτικών | αγγιχτικών |
| Αιτιατική | αγγιχτικούς | αγγιχτικές | αγγιχτικά |
| Κλητική | αγγιχτικοί | αγγιχτικές | αγγιχτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →