Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγγλάκι

/aŋ.gla.ci/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. εθνικό όνομαΆγγλος Βικιλεξικό
    • Το ξετσίπωτο αγγλάκι λοιπόν που τραγουδάει, παίζει φυσαρμόνικα και κουνιέται σαν αράπης έχει μεταλλαχθεί πλέον σέ έναν δαιμονισμένο άγγελο που μιλάει φαρσί την πρόστυχη αργκό του αμφίφυλου λάγνου κορμιού και του οποίου τα αεικίνητα και τυλιγμένα στο μετάξι πισινά αποτελούν το αντικείμενο του πόθου.

Ετυμολογία

αγγλάκι < Άγγλ(ος) + -άκι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαγγλάκιαγγλάκια
Γενική——
Αιτιατικήαγγλάκιαγγλάκια
Κλητικήαγγλάκιαγγλάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →