αγγλίζω
•
- συνώνυμο του αγγλοφέρνω ή εγγλεζοφέρνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγγλίζω < Άγγλ(ος) + -ίζω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
αγγλίζω < Άγγλ(ος) + -ίζω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →