αγγλικό κόρνο
•
- μουσικό όργανοανήκει στα ξύλινα πνευστά· στην οικογένεια των οξυαύλων (όμποε) είναι το τενόρο όργανο, με χαμηλότερο ήχο από το συνηθισμένο όμποε. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγγλικό κόρνο: (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική cor anglais, παραπλανητικού όρου αβέβαιης ετυμολογίας. :: αγγλικό: δέν έχει σχέση με αγγλικό όργανο ή την Αγγλία. Πιθανόν από το γερμανικό engellisches Horn (αγγελικό κόρνο). Η θεωρία ότι προέρχεται από τη γαλλική λέξη anglé (γωνιώδης) δεν ευσταθεί. :: κόρνο: δεν έχει σχέση με την οικογένεια των κόρνων που ανήκουν στα χάλκινα πνευστά
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →