Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγγλισμός

/aŋ.gliˈzmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. γλωσσολογίαη μεταφορά ενός ιδιωματισμού από τα αγγλικά σε άλλη γλώσσα Βικιλεξικό
    • …«οι αποτυχημένες προσπάθειες περιορισμού των αγγλισμών στο πρόσφατο παρελθόν, σε συνδυασμό με την αναγκαιότητα περιγραφής και όχι ρύθμισης της γλώσσας, οδήγησαν τους ερευνητές στην άποψη ότι πρέπει να αφήσουμε τη γλώσσα να ακολουθήσει τη δική της πορεία –έτσι κι αλλιώς δεν υποτάσσεται στις ορέξεις μας, δείχνοντας με τον τρόπο αυτόν εμπράκτως ανοχή στον γλωσσικό πλουραλισμό και στον γλωσσικό πολυπολιτισμό.…

Ετυμολογία

αγγλισμός < Άγγλ(ος) + -ισμός < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική anglicisme

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαγγλισμόςαγγλισμοί
Γενικήαγγλισμούαγγλισμών
Αιτιατικήαγγλισμόαγγλισμούς
Κλητικήαγγλισμέαγγλισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →